image descriprion
image descriprion
Ορεινός πλούτος

Καμβούνια

Τα Καμβούνια είναι βουνό της βόρειας Ελλάδας με υψόμετρο 1.615 μέτρα. Απλώνονται κατά μήκος των συνόρων των νομών Λάρισας και Κοζάνης ενώ ένα τμήμα τους εισχωρεί και στον νομό Γρεβενών. Περικλείονται στα ανατολικά από τον Όλυμπο, στα βορειανατολικά από τα Πιέρια, στα δυτικά από τα Χάσια, στα νότια από τα Αντιχάσια ενώ βόρεια καταλήγουν στην τεχνητή λίμνη του Αλιάκμονα.

Τα Καμβούνια όρη, με ψηλότερη κορυφή τη Βουνάσα. 1615μ υψ., παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ορειβατική αλλά και ιστορική και γεωλογική πλευρά.

Πανέμορφο ελατόδασος, ήπιες πεζοπορικές διαδρομές, σπηλιές και καταρράκτες είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά του όρους.

Τα Καμβούνια όρη φαίνεται πως διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο κατά τους αρχαίους χρόνους. Η κατοίκηση στην ευρύτερη περιοχή είναι πανάρχαια ενώ ως το φυσικό όριο αλλά και ως δίοδος ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία είχαν ανέκαθεν ύψιστη στρατηγική σημασία. Παρόλο το δύσβατο του εδάφους δημιουργήθηκαν σε αυτά αξιόλογοι αρχαίοι οικισμοί κατάλοιπα των οποίων διαρκώς ανακαλύπτονται και ανασκάπτονται, ενώ στις υπώρειες τους άκμασαν σπουδαιότατες πόλεις. Η μελέτη της ιστορικής τοπογραφίας της περιοχής κατά την αρχαιότητα είναι βέβαια δυσχερής καθώς εκτός από τα οικιστικά κατάλοιπα, των οποίων η μελέτη βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες των αρχαίων χρόνων έχουν διασωθεί, όπως άλλωστε συμβαίνει και με το σύνολο της υπόλοιπης Δυτικής Μακεδονίας, της «Άνω Μακεδονίας» των αρχαίων.

Το όνομά τους (Montes Cambunii) μνημονεύεται από τις αρχαίες πηγές και συγκεκριμένα από το Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο κατά την περιγραφή των πολεμικών αναμετρήσεων των Μακεδόνων εναντίον των Ρωμαίων. Είναι αμφίβολη η ετυμολογία του πρώτου συνθετικού της λέξης, ίσως όμως να μην είναι παρακινδυνευμένη η σκέψη ότι η ονομασία τους ενδεχομένως να έχει διασωθεί μέχρι τις μέρες μας παρεφθαρμένη καθώς το όνομα της υψηλότερης κορυφής τους, της Βούνασας (Μπνάσια) στην περιοχή της Ελάτης οπωσδήποτε συνάπτεται ετυμολογικά με το δεύτερο τους συνθετικό, που δεν είναι άλλο βέβαια από τη λέξη «βουνά». Οι μαρτυρίες για την περιοχή είναι πάντως σε κάθε περίπτωση παλαιότατες. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη ότι στα Καμβούνια όρη βρισκόταν η αρχέγονη, «δυσχείμερη» Δωδώνη που αναφέρεται από τον Ομήρο (Β 750 και Π 234), που ανήκε στο βασίλειο του Γουνέα, βασιλιά των Ενιάνων και των Περραιβών, οι οποίοι και κατοικούσαν νοτίως των Καμβουνίων. Μολονότι οι περισσότεροι ερευνητές τάσσονται υπέρ της άποψης ότι ο Όμηρος αναφέρεται στην ηπειρωτική Δωδώνη, φαίνεται απίθανο ο ομηρικός Γουνέας να ήταν σε θέση να εξουσιάζει όλη την περιοχή από τον Όλυμπο μέχρι την Ήπειρο, τη στιγμή μάλιστα που δεν ήταν ένας από τους ισχυρότερους Αχαιούς ηγεμόνες. Μυκηναϊκά ευρήματα έχουν άλλωστε εσχάτως ανακαλυφθεί και στην εδαφική επικράτεια του σύγχρονου δήμου Καμβουνίων, καθόσον η περιοχή αποτελούσε αναντίλεκτα τμήμα του μυκηναϊκού κόσμου, ενώ δε θα πρέπει να λησμονείται και το γεγονός της άμεσης γειτνίασης της με το πλέον ιερό όρος των αρχαίων Ελλήνων, τον Όλυμπο, την κατοικία των θεών και μόνιμο σημείο αναφοράς του αρχαιοελληνικού μυθολογικού κόσμου. Στην ευρύτερη περιοχή άλλωστε πάλι σύμφωνα με τον Όμηρο θα πρέπει να αναζητηθεί η πηγή του ύδατος της Στυγός, ενώ ο τόπος είναι σε κάθε περίπτωση πλούσιος σε μυθολογικές αναφορές καθώς η βόρεια απόληξη των Καμβουνίων, τα Πιέρια όρη ήταν θεωρούνταν ήδη από τον Ησίοδο ως τόπος γέννησης και κατοικίας των Μουσών (Θεογονία 53-67).

Η περιοχή μνημονεύεται και από τον Ηρόδοτο (7.173.4)κατά την εξιστόρηση της περσικής εισβολής στην Ελλάδα. Ο βασιλιάς των Περσών Ξέρξης φαίνεται πως χρησιμοποίησε το πέρασμα των Καμβουνίων στα 480 π.Χ., υλοτομώντας μάλιστα  μεγάλο τμήμα των δασών τους, προκειμένου να διέλθει το τεράστιο στράτευμά του στη Θεσσαλία ώστε να περικυκλωθεί η ελληνική δύναμη που βρισκόταν στην περιοχή των Τεμπών. Έκτοτε το πέρασμα των Καμβουνίων, το οποίο κατά τον Τίτο Λίβιο ονομαζόταν Volustana (ενδεχομένως εκ του «Βώλου Στενά») και μεταγενέστερα γνωστό ως «Στενά Πόρτες» μνημονεύεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς, συνήθως με αφορμή την κίνηση στρατευμάτων λόγω πολεμικών επιχειρήσεων. Το ίδιο πάντως πέρασμα φαίνεται πως χρησιμοποίησε και ο πρώην αρχηγός του ελληνικού στόλου και νικητής της ναυμαχίας της Σαλαμίνας Αθηναίος στρατηγός Θεμιστοκλής στα 471 π.Χ.  κατευθυνόμενος από την Ήπειρο στο λιμάνι της Πύδνας (Πλούταρχος Θεμιστοκλής 24-25, Θουκυδίδης Ι 136-137). Ο Μέγας Αλέξανδρος προέλασε με το στράτευμά του στα 334 από το Πέλιο της Δασσαρήτιδας στη Θεσσαλική Πέλιννα χρησιμοποιώντας τη δίοδο των Καμβουνίων, είναι όμως άγνωστο εάν η πορεία του πραγματοποιήθηκε από το ως άνω μνημονευθέν πέρασμα ή νοτιότερα από την περιοχή της σημερινής Δεσκάτης (Αρριανός Ι, 7.5). Κατά τη διάρκεια του Γ΄ Μακεδονικού Πολέμου ο Ρωμαίος ύπατος Οστίλιος επεχείρησε να εισβάλει κατά την Ελιμιώτιδας (Πλούταρχος Παύλος Αιμίλιος 9,3) αφού κατέλαβε πρώτα το πέρασμα των Καμβουνίων (Τίτος Λίβιος 44, 2.6), αποκρούστηκε όμως από τους Μακεδόνες. Αρχαιολογικά ευρήματα με ταφές στρατιωτών που έχουν βρεθεί σε πολλά σημεία των Καμβουνίων ενδεχομένως να συνδέονται με την εν λόγω πολεμική επιχείρηση. Τον επόμενο χρόνο, στα 169 ο  βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας επιθυμώντας να καταλάβει όλες τις διόδους από τις οποίες μπορούσε να πραγματοποιηθεί ρωμαϊκή εισβολή από τον ύπατο Κόϊντο Μάρκο τοποθέτησε στο πέρασμα των Καμβουνίων στράτευμα αποτελούμενο από 10.000 άνδρες υπό τη στρατηγία του Ασκληπιόδοτου, ενώ και ο ίδιος το χρησιμοποίησε προκειμένου να διέλθει στη Θεσσαλία. Μετά την μάχη της Πύδνας στα 168 π.Χ η περιοχή των Καμβουνίων, όπως και ολόκληρη η Μακεδονία περιήλθε στα χέρια των Ρωμαίων.

Στους πρόποδες των Καμβουνίων αναπτύχθηκαν αξιολογότατες πόλεις κατά την αρχαιότητα. Η Αιανή, μια εκ των σημαντικότερων μακεδονικών πόλεων και πρωτεύουσα του βασιλείου των Ελιμιωτών, η Καισάρεια, διοικητικό κέντρο της περιοχής κατά τα ρωμαϊκά χρόνια, οι Φυλακές και η «Οβλοστίων Πολιτεία» στη περιοχή των Σερβίων, η Δολίχη κοντά στο σημερινό Σαραντάπορο, πλησίον αυτής η περραιβική Άζωρος και –σύμφωνα με μια άποψη- το Ομόλιον στην εδαφική επικράτεια του σημερινού χωριού Παναγιά Γρεβενών. Και βέβαια πάρα πολλές είναι οι αρχαιολογικές θέσεις που έχουν επισημανθεί στα Καμβούνια όρη. Σε όλα τα χωριά του δήμου Καμβουνίων έχουν βρεθεί σημαντικότατα αρχαιολογικά ευρήματα, η κεντρική οδός που συνδέει τα σύγχρονα χωρία έχει παλαιότατη χάραξη, ενώ οι σπουδαιότεροι οικισμοί της περιοχής φαίνεται πως ήταν το κάστρο των Λαζαράδων και ο απέραντος αρχαιολογικός χώρος της Ελάτης, στην οποία πιθανότατα να βρισκόταν σημαντική πόλη. Από τις πόλεις της Ελιμιώτιδας για των οποίων τη θέση δεν υπάρχει ομοφωνία (Ελίμεια, Λεβαία, Δουρέα, Ίλιον) καμιά δεν μπορεί πάντως να ταυτιστεί πέραν πάσης αμφιβολίας με κάποιον από τους αρχαιολογικούς χώρους των Καμβουνίων ελλείψει ειδικότερων τοπογραφικών πληροφοριών, ενώ η γνωστή από πολλές επιγραφικές μαρτυρίες πόλη Μονδαία θα πρέπει να αναζητηθεί είτε στη θεσσαλική πλευρα των Καμβουνίων είτε στην περιοχή της Δεσκάτης. Σημαντικότατη μαρτυρία αποτελεί η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα οροθετική επιγραφή του έτους 101, που βρέθηκε στα 1911 από το σπουδαίο Βρετανό αρχαιολόγο A.Wace. Σύμφωνα με αυτή οι Ελιμιώτες είχαν εδαφικές προστριβές με τους κατοίκους της περραιβικής Δολίχης, για τις οποίες είχε εκδόσει διαιτητική απόφαση ο βασιλιας της Μακεδονίας (και πατέρας του Φιλίππου του Β΄) Αμύντας, με την οποία προσδιορίστηκε ότι ‘όριο’ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών θα ήταν οι κορυφογραμμές («summa iuga») των Καμβουνίων. Ένα από τα τοπωνύμια της επιγραφής, ο κάμπος της «Προνομής», φαίνεται πως πιθανότατα μπορεί να ταυτιστεί με την κτηματική περιοχή του χωριού Λιβαδερό.