image descriprion
image descriprion
Ορεινός πλούτος

Τίταρος ή Τιτάριον όρος

Τίταρος ή Τιτάριον όρος αποκαλείται η οροσειρά στα όρια της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, που ορίζεται ανατολικά από τον ΄Ολυµπο, βόρεια και δυτικά από τα Πιέρια και νότια από την κοιλάδα του Σαρανταπόρου, που την διαχωρίζει από τα Καµβούνια όρη. Από το Τιτάριο όρος πήρε το όνοµά του και ο ποταµός Τιταρήσιος ή Τιταρησσός ή – µετέπειτα – Εύρωπος και – σήµερα – Σαραντάπορος. Πρώτος, από τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς και περιηγητές, αναφέρεται στον Τιταρησσό ποταµό και το Τιτάριο όρος ο Όµηρος. Συγκεκριµένα, στην Ιλιάδα (Β,749-755), µνηµονεύοντας το στόλο που έστειλαν στην Τροία οι Αινιάνες («Ενιήνες») και οι Περραιβοί, αναφέρει : » τω δ΄Ενιήνες έποντο µενεπτόλεµοι τε Περραιβοί/οι περί ∆ωδώνην δυσχείµερον οικι’ έθεντο/οι τ’ άµφω ιµερτόν Τ ι τ α ρ η σ σ ό ν έργ’ ενέµοντο/ος ρ’ ες Πηνειόν προϊει καλίρροον ύδωρ/ουδ’ ο γε Πηνειώ συµµίσχεται αργυροδίνη/αλλά τε µιν καθύπερθεν επιρρέει ηύτ’ έλαιον/όρκου γαρ δεινού Στυγός ύδατος εστίν απορρώξ.», δηλαδή » τον ακολουθούσαν οι Αινιάνες και οι ατρόµητοι Περραιβοί/αυτοί που είχαν χτίσει τα σπίτια τους γύρω από την κακοχείµωνη ∆ωδώνη/και αυτοί που δούλευαν τη γη γύρω από τον όµορφο Τ ι τ α ρ η σ σ ό / αυτόν που χύνει τα όµορφα νερά του στον Πηνειό/δεν ανακατώνεται όµως µε τον Πηνειό µε τις ασηµένιες δίνες/αλλά τα νερά του κυλούν από πάνω του σαν λάδι/γιατί είναι παρακλάδι των νερών της Στύγας, που είναι όρκος φοβερός.» Ο Ησίοδος – στο έργο του «Ασπίς Ηρακλέους» – µας µιλά για κάποιον Μόψο, που γεννήθηκε κοντά στον Τιταρησσό : » Μόψον τ’ Αµπυκίδη,Τ ι τ α ρ ή σ ι ο ν «,δηλαδή » τον Μόψο, το γιο του Αµπυκίδη,τον καταγόµενο από τον Τιταρησσό » . Παρόµοια αναφορά συναντάµε στα «Αργοναυτικά» του Ορφέα και αργότερα στα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου του Ρόδιου. Συγκεκριµένα : » και Μόψον, Τ ι τ α ρ ή θ ε ν, ον Άµπυκι νυµφευθείσα Χαονίην υπό φηγόν Αρηγονίς εξελόχευσεν «,δηλαδή » και το Μόψο,από τον Τ ί τ α ρ ο ,τον οποίο η Αρηγονίδα ,αφού παντρεύτηκε τον Άµπυκα ,γέννησε κάτω από τη βαλανιδιά της Χαονίας » .

Ο µεγάλος περιηγητής Στράβωνας – περιγράφοντας τη γεωγραφία της Άνω καλούµενης Μακεδονίας – µνηµονεύει τα ακόλουθα : » διελθών (ο Πηνειός) τας των Λαπιθών πόλεις και Περραιβών τινάς συνάπτει τοις Τέµπεσι, παραλαβών πλείους ποταµούς,ων και ο Εύρωπος,ον Τ ι τ α ρ ή σ ι ο ν είπεν ο ποιητής (εδώ ο Στράβωνας αναφέρεται στον Όµηρο),τας πηγάς έχοντα από του Τ ι τ α ρ ί ο υ όρους, συµφυούς τω Ολύµπω,ο καντεύθεν άρχεται διορίζειν την Μακεδονίαν από της Θετταλίας «,δηλαδή » αφού λοιπόν περάσει (ο Πηνειός) κοντά από τις πόλεις των Λαπιθών και κάποιες από τις πόλεις των Περ-ραιβών, συναντά τα Τέµπη, παίρνοντας στην κοίτη του τα νερά και πολλών άλλων ποταµών, όπως του Εύρωπου, τον οποίο ο ποιητής ονοµάζει Τ ι τ α ρ ή σ ι ο και ο οποίος έχει τις πηγές του στο Τ ι τ ά ρ ι ο όρος, και ενώνεται µε τον Όλυµπο στην περιοχή που αυτός αρχίζει να σχηµατίζει τα όρια ανάµεσα στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία.

Κατά τους ελληνιστικούς και τους ρωµαϊκούς χρόνους, η οροσειρά του Τίταρου ονοµάζεται από τους περιηγητές «Βολουστάνα» ή «Βωλουστάνα». Πράγµατι, ο Τίτος Λίβιος, περιγράφοντας ένα στρατηγικό ελιγµό που επιχείρησε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας προκειµένου να εµποδίσει τις ρωµαϊκές λεγεώνες του ύπατου Κόιντου Μάρκιου Φίλιππου να εισβάλλουν στη Μακεδονία, αναφέρει τα ακόλουθα : » In jugum Cambuniorum montium (Volustana ipsi vocant) decem millia armaturae juvenum cum duce Asclepiodoto mittit «, δηλαδή » στις ακρώρειες των Καµβουνίων ορέων (οι ντόπιοι ονοµάζουν την περιοχή Βολου-στάνα) στέλνει δέκα χιλιάδες οπλισµένους άνδρες µε επικεφαλής τον Ασκληπιόδοτο » . Παρόµοιες αναφορές συναντούµε και στη «Γεωγραφικήν Υφήγησιν» του Πτολεµαίου Κλαύδιου και, αργότερα, στο Στέφανο τον Βυζάντιο. Το τοπωνύµιο αυτό προέρχεται – σύµφωνα µε κάποιους ιστοριοδίφες – από την παραφθορά της σύνθεσης των λέξεων «Βώλου» + «στενά» .Ο Μ.∆ήµιτσας αναφέρει, περιγράφοντας το γεωγραφικό περίγυρο της πόλης των Σερβίων, τα εξής : » αύτη η πόλις φύσει λίαν οχυρά ούσα περιεβάλλετο κατά τον µεσαιώνα υπό τείχους, πύργων και φρουρίου, ων τα ερείπια και νυν έτι σώζονται και αποτελεί την κλείδα και την θύραν ούτως ειπείν της στενής διόδου (κλεισούρας),ήτις σχηµατίζεται µεταξύ των Καµβουνίων αφενός και των Πιερικών ορέων αφ’ ετέρου και δι’ης άγει η εκ της Μακεδονίας εις την Θετταλίαν οδός,υπό των αρχαίων Β ω λ ο υ σ τ ά ν α (Βώλου στενά) καλουµένη και υπό τινος ποταµού διαρρεοµένη, όστις ένεκα της ελικοειδούς πορείας ονοµάζεται Σαραντάπορος.

Κατά τον ακάµατο µπλατσιώτη µελετητή Αντώνιο Κεραµόπουλλο, προέρχεται από την παραφθορά της σύνθεσης των όρων «Βάλλας» + «στενά» («Βάλλας στενά» > «Volustana» > «Βολούστανα») .Τοποθετεί µάλιστα την αρχαία «Βάλλα» στη νότια έξοδο των στενών του Σαρανταπόρου, στην περιοχή των Καµβουνίων Β∆ της Ελασσόνας, όπου σήµερα υπάρχει χωριό µε το όνοµα Βουβάλα. Τα ερείπια όµως της αρχαίας πόλεως που σώζονται εγγύτατα στο χωριό αυτό – σε µία εξαιρετικά οχυρή θέση – ανήκουν στην περραιβική πόλη Άζωρο. Η Άζωρος, που µαζί µε τη ∆ολίχη και το Πύθιο αποτελούσαν οµοσπονδία γνωστή ως Περραιβική Τρίπολη, άνθισε από τους αρχαίους κλασικούς µέχρι και τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους .Η «Βάλλα» («Vallae») ή «Ουάλλαι», αντίθετα, υπήρξε πόλη της αρχαίας Μακεδονίας. Μετά δε τις ανασκαφές, που διενήργησαν διαδοχικά ο γάλλος L.Henrey (1855) και οι έλληνες αρχαιολόγοι Κ.Ρωµαίος (1937),Φ.Πέτσας και Μ.Ανδρόνικος, αποκαλύφθηκαν, µεταξύ των σηµερινών οικισµών της Βεργίνας και της Παλατίτσας του Νοµού Ηµαθίας, τα ερείπια της πόλης, η ακρόπολη της οποίας δέσποζε στο πέρασµα από την Ηµαθία προς την Πιερία και τη Θεσσαλία. Ο Μ. ∆ήµιτσας µάλιστα εκτός της Βάλλας ή των Ουάλλων µνηµονεύει και άλλο πόλισµα, τις «Φυλακές» : » αναφέρονται δε παρά των αρχαίων (σηµείωση του γράφοντος : πρόκειται για τον Πτολεµαίο Κλαύδιο) και δύο πόλεις, αι Φυλακαί και Ούαλλαι ή Βάλα, κείµεναι εν τη Πιερία παρά τον Αλιάκµονα, εξ ων η µεν πρώτη έκειτο εν τη θέσει του νυν χωρίου Παλαιογρατσάνου µεταξύ Σερβίων και Βελβεντού, η δε δευτέρα βορρειότερον αυτής επί της δεξιάς όχθης του ποταµού » .Πάντως, δεν πρέπει να απορρίψουµε εντελώς την ετυµολογική αυτή συσχέτιση του Κεραµόπουλλου,αν µάλιστα λάβουµε υπ’ όψιν µας ότι η είσοδος των στενών του Σαρανταπόρου βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στα σύνορα της Πιερίας αλλά και στην αρχαία περραιβική πόλη Πύθιο,στην οποία είχε µεταφερθεί κατά την προρωµαϊκή εποχή ο πληθυσµός της Βάλλας.Σχετικώς µας διασώζει ο Στέφανος Βυζάντιος τα ακόλουθα : » Θεαγένης εν Μακεδονία Β α λ λ α ί ο υ ς µεταγαγών εις τον νυν λεγόµενον Πύθιον τόπον «. Από άλλους πάλι µελετητές συσχετίζεται η λέξη «Βολουστάνα» µε τον όρο «Οβλοστένων πολιτεία» ή «Οβλοστίων πολιτεία», που αναγράφεται σε επιγραφή του 200/201 περίπου µ.Χ.,η οποία βρέθηκε κοντά στην πόλη των Σερβίων και έχει ως εξής : » Ο β λ ο – σ τ (έ ν / ί) ω ν vac. πολιτεία /( )αονίαν (κ)αι vac. Αλεξάνδραν/και Ιουλιανήν τας πολείτ(ι)/ (δ)ας vac. αρετής και ευνοίας χά/ριν δι’ επιµελητών Απ(ολ)λοδώρου/του Λουκίου κα(ι) Απολλοδώρου/του Μά(ρ)κου τω vac. Σεβαστώ/τ(ω) και ΗΜΤ έτει/ » . Ο πανεπιστηµιακός καθηγητής ∆ηµήτριος Σαµσάρης υποστηρίζει ότι η θέση της πολιτείας των Οβλοστένων (σηµείωση του γράφοντος : ως πόλη των «Οβλοστίων» αναφέρουν το όνοµα της πόλης αυτής οι Θ. Ριζάκης και Ι. Τουράτσογλου, που πρώτοι δηµοσίευσαν τη σχετική επιγραφή ) θα πρέπει να αναζητηθεί ανάµεσα στα σηµερινά χωριά Αυλές και Γούλες,δηλαδή κοντά στην είσοδο των στενών, τα οποία ταυτίζονται µε τη «Βολουστάνα».Αυτό το γεγονός µάλιστα µας οδηγεί και στην ετυµολογική συσχέτιση των δύο αυτών αρχαίων τοπωνυµίων,από την οποία προκύπτει και η πιθανή ταύτισή τους : «Βολο(ύ)στενα» > «Volustana» > «Οβλόστενα» .

Ο ∆ηµήτριος Σαµσάρης κοµίζει και µιαν ακόµη εκδοχή. Θεωρεί και αυτός ότι το όνοµα «Βολουστάνα» προέρχεται από την παραφθορά της σύνθεσης των όρων «Βάλας» + «στενά».Ο όρος όµως «Βάλα» προέρχεται από τη δωρική λέξη «βαλός» (=είσοδος, κατώφλι, πόρτα) .∆ηλαδή, «Βολούστανα» σηµαίνει τα «στενά της πόρτας».Η συγκεκριµένη απόπειρα ετυµολόγησης φαίνεται επίσης πειστική αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι επιβιώνει από τους βυζαντινούς χρόνους µέχρι και τις ηµέρες µας το τοπωνυµικό «Στενά της Πόρτας». Από τον ύστερο, τέλος, µεσαίωνα και µέχρι και τις ηµέρες µας ο Τίταρος ονοµάζεται «Σιάπκα».΄Οσον αφορά την προέλευση του τοπωνυµίου αυτού έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα : η φυσιογραφία ενός τόπου είναι µία από τις κυριώτερες πηγές της ονοµατοθεσίας ή ονοµατοδοσίας του. Ειδικώτερα,η µορφολογία του εδάφους (εδαφοµορφολογία) παρέχει τοπωνύµια βάσει της µορφής, του σχηµατισµού, του χρώµατος, της θέσης κ.ο.κ. (τα αποκαλούµενα φυσιογραφικά ή εδαφοµορφολο-γικά τοπωνύµια).΄Ετσι, υπάρχουν τα εξής ονόµατα κορυφών : «Αιχµή»,»Βελόνι», «∆όντι», «Κέρας», «Τράπεζα» αλλά και «Καλαµαύκα» (< καλυµαύχι = κάλυµµα του αυχένα) και «Κιάφα» (< αλβανικό kiafa = αυχένας, άκρη,κορυφή) . Το προφανώς εδαφοµορφολογικό τοπωνύµιο «σιάπκα» ή «σάπκα» προέρχεται από τον οµόηχο σλαβικό – σερβοκροάτικο, για την ακρίβεια – όρο «sapka»,που σηµαίνει το κάλυµµα της κεφαλής, τον σκούφο .Στη νέα ελληνική γλώσσα απαντάται – την εποχή του Όθωνος – ο όρος «σάπκα» µε την έννοια του στρατιωτικού πηλικίου .Καθ΄ον τρόπον, δηλαδή, το κάλυµµα της κεφαλής επιστέφει το ακρώτατο τµήµα του ανθρώπινου σώµατος, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο ονοµατοδοτείται και η κορυφή, που καταλαµβάνει το υψηλώτερο τµήµα της οροσειράς.